«Χάρτης Εξόδου από την Κρίση: Ένα Νέο Παραγωγικό Μοντέλο για την Ελλάδα», Συλλογικό.


 


«Θολές εξακολουθούν να παραμένουν οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας», σύμφωνα με την ερευνητική μελέτη «Ένα Νέο Αναπτυξιακό Πρότυπο για την Ελληνική Οικονομία και η Μετάβαση σε Αυτό», που συντόνισε ο Πάνος Τσακλόγλου, καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, και στην οποία συμμετείχαν οι διακεκριμένοι συνάδελφοί του Γιώργος Παγουλάτος, Αποστόλης Φιλιππόπουλος και Γιώργος Οικονομίδης, καθώς και ο ερευνητής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών Χρήστος Τριαντόπουλος. Την ογκώδη μελέτη, 164 σελίδων, δημοσίευσε τον Απρίλιο του 2016 ο νεότευκτος οργανισμός έρευνας και ανάλυσης «ΔιαΝΕΟσις». Λίγους μήνες αργότερα την εξέδωσε και σε βιβλίο με τίτλο: «Χάρτης Εξόδου από την Κρίση: Ένα Νέο Παραγωγικό Μοντέλο για την Ελλάδα».


Εξαιρετικά εμπροσθοβαρές 

Το Γ΄ Μνημόνιο χαρακτηρίζεται «εξαιρετικά εμπροσθοβαρές ως προς το δημοσιονομικό του σκέλος», ενώ διαπιστώνεται επίσης ότι «περιέχει πληθώρα σοβαρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Οι κορυφαίοι έλληνες οικονομολόγοι αξιολογούν ως «ένα πολύ σημαντικό κεκτημένο» τη διακομματική συναίνεση στην ψήφιση του, «μετά από πέντε χρόνια οξύτατης αντιμνημονιακής πόλωσης, πολιτικής σύγκρουσης και λαϊκισμού».


Η ματαίωση της ανάκαμψης

Στην «αβεβαιότητα της διαπραγμάτευσης του πρώτου εξαμήνου του 2015, την παρατεταμένη χρηματοδοτική ασφυξία και τους ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων που επιβλήθηκαν από τον Ιούνιο του 2015» αποδίδουν τη ματαίωση της ανάκαμψης που αναμενόταν για το 2015 και 2016.


Ένας εξωπραγματικός ισχυρισμός

«Κάποιοι, σχετικά λίγοι, οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι με μία διαφορετική πολιτική η ύφεση θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Αυτός ο ισχυρισμός μοιάζει μάλλον εξωπραγματικός» δηλώνεται ευθαρσώς στην έκθεση, που ανατέμνει με μεγάλη λεπτομέρεια την περίοδο της βαθιάς ύφεσης της ελληνικής οικονομίας (2008-2013). Όπως εξηγείται, «για να μειωθούν τα τρομακτικά υψηλά πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα, δεν υπήρχε άλλος τρόπος πέραν από την αύξηση των φόρων και τη μείωση των δημοσίων δαπανών ή τον συνδυασμό και των δύο – ενέργειες με προφανή υφεσιακά αποτελέσματα».




Τοξική δυναμική φαύλου κύκλου

«Το αρνητικότερο χαρακτηριστικό της κρίσης υπήρξε η δυνατότητά της να αυτοαναπαράγεται και να αυτοπολλαπλασιάζεται, αποκτώντας μια τοξική δυναμική φαύλου κύκλου ή πολλαπλών φαύλων κύκλων» εκτιμάται σήμερα, σε μια ex post ανάλυση. Όπως περιγράφεται, «η βαθιά εμπροσθοβαρής –αλλά σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτη– σταθεροποίηση, επέβαλε μέτρα δημοσιονομικής περιστολής τα οποία επιδείνωσαν την ύφεση, υπονομεύοντας την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, οδηγώντας σε επιπλέον δημοσιονομικά μέτρα, που περαιτέρω επέτειναν την ύφεση κ.ο.κ.»


Οι αιτίες της βαθιάς ύφεσης

Προσπαθώντας να δώσουν απάντηση στο μείζον ερώτημα γιατί η ύφεση στη χώρα μας ήταν τόσο βαθιά και παρατεταμένη –μεγαλύτερη σε διάρκεια ακόμα και από την κρίση του 1929 στις ΗΠΑ–, οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι «υπάρχει γενική συμφωνία ότι η συζήτηση περί Grexit είχε καταστροφικά αποτελέσματα, εφόσον συνέτεινε στη συντήρηση της αβεβαιότητας και, επομένως, στην αποσταθεροποίηση του κλίματος, στη φυγή κεφαλαίων και στην αναστολή ή ματαίωση σημαντικών επενδυτικών ή καταναλωτικών αποφάσεων». Υπενθυμίζουν, ακόμα, ότι «έχει υποστηριχθεί ότι θα ήταν προτιμότερο το πρόγραμμα να είχε στηριχθεί περισσότερο σε περικοπές δαπανών παρά σε αύξηση φόρων» και «να είχε δοθεί έμφαση πρώτα στην απελευθέρωση της αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών, και κατόπιν στην απελευθέρωση της αγοράς εργασίας». Η προσωπική τους εκτίμηση είναι ότι «κατά πάσα πιθανότητα, όλες σχεδόν οι παραπάνω απόψεις, που σε σημαντικό βαθμό είναι αλληλένδετες, μπορούν να ερμηνεύσουν σε κάποιο βαθμό γιατί η κρίση στην Ελλάδα διήρκησε τόσο πολύ και ήταν τόσο βαθιά».




Ιδιαίτερα μνεία κάνουν και σε έναν μη οικονομικό λόγο, που συνέβαλε καθοριστικά στην επιδείνωση της κρίσης: «Αντίθετα με ό,τι συνέβη σε σχεδόν όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που υπέγραψαν πρόγραμμα προσαρμογής με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, αλλά και με συμφωνία μεγάλου τμήματος της αντιπολίτευσης, μέχρι πρόσφατα, στην Ελλάδα, η εκάστοτε κυβέρνηση που υλοποιούσε το Πρόγραμμα αντιμετώπιζε τη λυσσαλέα αντίδραση σύσσωμης της αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός έντονα πολωτικού κλίματος». Χαρακτηρίζουν, μάλιστα, την έλλειψη πολιτικής συναίνεσης και την οξύτατη κομματική σύγκρουση ως τον «πιο κρίσιμο παραλυτικό παράγοντα στην αγωνιώδη προσπάθεια οικονομικής προσαρμογής της χώρας» μας.

Όπως γράφουν μεταξύ άλλων, «η εμπρηστική αντιπολίτευση μεταφραζόταν σε απειλή κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης, ασυνέχειας ή διακοπής της εφαρμογής του συμφωνημένου με τους εταίρους οικονομικού προγράμματος. Αυτό, με τη σειρά του, διόγκωνε τον κίνδυνο εξόδου από το ευρώ ή άτακτης χρεοκοπίας, τον “κίνδυνο χώρας”, που είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή επενδυτών και καταθετών, τον αποκλεισμό των ελληνικών επιχειρήσεων από τις αγορές ή τα απαγορευτικά κόστη χρηματοδότησης, ακόμη και για τις ανταγωνιστικότερες ελληνικές επιχειρήσεις».


Η θεαματική έξοδος των αποταμιεύσεων

Στη διαρκή φημολογία περί Grexit, την πολιτική αβεβαιότητα, την «προφανή» έλλειψη ιδιοκτησίας του προγράμματος από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά και στις αστοχίες του ίδιου του προγράμματος, αποδίδουν τη «θεαματική έξοδο αποταμιεύσεων από το τραπεζικό σύστημα της χώρας, την έλλειψη ρευστότητας, το υψηλό κόστος κεφαλαίου και την αναβολή λήψης σημαντικών επενδυτικών αποφάσεων», με αποτέλεσμα τη μείωση του ποσοστού των επενδύσεων στο ΑΕΠ – «ιδίως των επενδύσεων του επιχειρηματικού τομέα, όπου η σύγκριση Ελλάδας-Ε.Ε. δεν ήταν ικανοποιητική ούτε πριν από την κρίση».





Ένα εισόδημα κραυγαλέα αναντίστοιχο προς τις παραγωγικές δυνατότητες

«Η κρίση δεν ξεκίνησε το 2010 με τα Μνημόνια, ούτε οι αιτίες της ανάγονται στα Μνημόνια» ξεκαθαρίζουν οι συντάκτες της έκθεσης, έστω κι αν συμφωνούν ότι «η εξαιρετικά εμπροσθοβαρής δημοσιονομική προσαρμογή επέτεινε την ύφεση». «Η κρίση προϋπήρχε των Μνημονίων, διότι η ελληνική οικονομία έφθασε στο 2009-2010 με ένα επίπεδο εισοδήματος κραυγαλέα αναντίστοιχο προς τις παραγωγικές της δυνατότητες», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά. Υπογραμμίζουν ότι «η οικονομία κατά τα αμέσως προ κρίσης χρόνια έτρεχε με ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη ποσοστά τελικής κατανάλωσης ως μερίδιο του ΑΕΠ, χάρη σε μια φούσκα πιστωτικής επέκτασης και υπερχρέωσης, διόγκωσης των μη εμπορεύσιμων κλάδων της οικονομίας και των εισαγωγών, που όλα χρηματοδοτούνταν από υψηλότατα επίπεδα εξωτερικού δανεισμού». Διευκρινίζουν, μάλιστα, ότι «στην ελληνική περίπτωση (αντίθετα από την Ιρλανδία ή την Ισπανία), το καθαρό εξωτερικό χρέος αφορούσε, κυρίως, την υπερχρέωση του δημοσίου τομέα και χρηματοδοτούσε, κυρίως, καταναλωτικές δαπάνες και προσλήψεις του Δημοσίου».


Ψευδαίσθηση μακροχρόνιας ευμάρειας

Αυτή η «πρωτόγνωρη φούσκα» ήταν που «οδήγησε σε ασυνήθιστα υψηλούς για τη χώρα μας ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης μέχρι και το 2007, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας μακροχρόνιας ευμάρειας», όπως γράφουν επί λέξει. «Για τους προσεκτικούς αναλυτές», όμως, «ήταν απλώς μια προσωρινή ανάπτυξη, που στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στον τομέα της εγχώριας ζήτησης, χωρίς ανάλογη συνεισφορά του τομέα της παραγωγής της οικονομίας»


Ανορθολογική κατανομή πόρων

Δυστυχώς, εκτός αυτού, «η ραγδαία και χωρίς μέτρο διόγκωση της εγχώριας ζήτησης –συνεπεία, κατά κύριο λόγο, της αλόγιστης και ανεξέλεγκτης πιστωτικής επέκτασης– επηρέασε και τον τομέα της προσφοράς της οικονομίας, υπό την έννοια ότι οι υφιστάμενοι πόροι κατανεμήθηκαν μεταξύ των διαφόρων παραγωγικών δραστηριοτήτων με τρόπο ανορθολογικό», με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη ραγδαία επέκταση του τομέα των κατασκευών. 


Τυπική κατάσταση δίδυμων ελλειμμάτων

Ως «το πλέον ανησυχητικό» δημοσιονομικό στοιχείο αναγνωρίζεται σήμερα η σταδιακή αύξηση του πρωτογενούς ελλείμματος, το οποίο το 2009 είχε φθάσει το 10,2% του ΑΕΠ. Όπως διαπιστώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, «μετά το 2003, η ελληνική οικονομία είχε αρχίσει να παράγει ξανά πρωτογενή ελλείμματα, ενώ κατά την περίοδο 2008-2009 η δημοσιονομική ισορροπία ξέφυγε από κάθε έλεγχο». «Ενάντια σε κάθε οικονομική λογική», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «η δημοσιονομική πολιτική της δεκαετίας του 2000 ήταν έντονα προκυκλική και άρα αποσταθεροποιητική». Η χώρα μας βρισκόταν σε μία «τυπική κατάσταση δίδυμων ελλειμμάτων», με ταυτόχρονη ύπαρξη ελλείμματος τόσο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ παράλληλα το δημόσιο χρέος ανήλθε στο 127% του ΑΕΠ. 


Θέμα χρόνου και συγκυρίας

Ο αποκλεισμός του Ελληνικού Δημοσίου από τις αγορές δανειακών κεφαλαίων περιγράφεται ανάγλυφα ως εξής: «Το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος, σε συνδυασμό με τα μέτρα δημοσιονομικής επέκτασης και την απότομη πτώση των φορολογικών εσόδων, λόγω της οικονομικής συρρίκνωσης, οδήγησαν σε περαιτέρω ραγδαία άνοδο τον ήδη υψηλό λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ, γεγονός που εκτόπισε τελικά την οικονομία μας από τις διεθνείς αγορές, οδηγώντας τη στην αναζήτηση χρηματοδοτικής στήριξης». Βέβαια, «για τους ψύχραιμους και αντικειμενικούς αναλυτές, όλο αυτό ήταν απλώς θέμα χρόνου και συγκυρίας να συμβεί».


Μυωπική συμπεριφορά

Όπως εξηγείται, «τα ελλείμματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, μεταξύ των οποίων και αυτό της χώρας μας, συμβάδιζαν με τα πλεονάσματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών στις χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης, γεγονός το οποίο σήμαινε ότι τα δεύτερα χρηματοδοτούσαν ουσιαστικά τα πρώτα». Επί της ουσίας, «η κατάσταση αυτή αντανακλούσε το χάσμα ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών του πυρήνα και των χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης». Όντως, «η εν λόγω χρηματοδότηση συνεχίστηκε επί μακρόν, εκφράζοντας μια υπερβολικά αισιόδοξη εκτίμηση των αγορών για τη μελλοντική πορεία των υπό χρηματοδότηση χωρών», η οποία, όμως, «όπως τελικά αποδείχθηκε και από την εξέλιξη των πραγμάτων, έκρυβε μια μυωπική συμπεριφορά τόσο από τους δανειστές, όσο και από τους δανειζόμενους».


Ανορθολογικό υπόδειγμα

Εν ολίγοις, «δεν ήταν η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση εκείνη που προκάλεσε τα οικονομικά προβλήματα στη χώρα μας» («μια άποψη που συνηθίζει να αναπαράγει ένα τμήμα του εγχώριου πολιτικού και οικονομικού συστήματος»). Απλά, «η κρίση έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες ενός ανορθολογικού και μυωπικού υποδείγματος οργάνωσης και οικονομικής διαχείρισης, το οποίο είχαμε υιοθετήσει πολλά χρόνια πριν και το οποίο, υπό τις νέες συνθήκες που προέκυψαν το 2008, ήταν αδύνατον να συνεχιστεί».


Πιστοποιητικό γέννησης της κρίσης

Οι συντάκτες της έκθεσης εκτιμούν ότι «οι ρίζες της κρίσης ανάγονται στη συσσωρευμένη αναβολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες μέχρι το 2010». Όπως γράφουν χαρακτηριστικά, «το πιστοποιητικό γέννησης της κρίσης δεν γράφει “2010”, δηλαδή το έτος που η χώρα μας εισήλθε στα Μνημόνια, αλλά “2001”, το έτος που –κάτω από το βάρος της τεράστιας λαϊκής αντίδρασης– η τότε κυβέρνηση εγκατέλειψε τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος». Όπως διαπιστώνουν με απογοήτευση, «από τότε και μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στην εποχή των Μνημονίων, ελάχιστες μεταρρυθμίσεις υλοποιήθηκαν, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν, μάλλον, ήσσονος σημασίας».


Η χαμένη ευκαιρία

«Χάθηκε, δυστυχώς, η ευκαιρία πραγματοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής εξυγίανσης κατά την “επίχρυση” περίοδο μέχρι το 2008, όταν ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας ξεπερνούσε κατά πολύ τον μέσο όρο της Ευρωζώνης» συμπεραίνουν σήμερα, τονίζοντας ότι «οι μεταρρυθμίσεις πρέπει κανονικά να πραγματοποιούνται κατά την περίοδο της οικονομικής άνθησης, όταν οι ομάδες που απειλούνται με απώλειες κεκτημένων αισθάνονται μικρότερη ανασφάλεια και μπορούν να αποζημιωθούν μέσα σε μια οικονομία που μεγεθύνεται». Όμως, «χαρακτηριστικό μιας πολιτικής οικονομίας με ανώριμους θεσμούς και απουσία αποτελεσματικών αντικυκλικών εργαλείων», όπως η ελληνική, «είναι ότι, τόσο στην άνθηση όσο και στη συρρίκνωση, καταλήγει να λειτουργεί προκυκλικά, δηλαδή μετατρέποντας την άνοδο σε ανεξέλεγκτη φούσκα και την κάθοδο σε αυτοτροφοδοτούμενη ύφεση».


Θετικές πρωτιές

Μελετώντας ο αναγνώστης την πολυσέλιδη έρευνα, μπορεί να σταχυολογήσει έναν αριθμό οικονομικών μεγεθών στα οποία η Ελλάδα καταγράφει θετικά ή αρνητικά ρεκόρ:

 Η δημοσιονομική προσαρμογή της περιόδου 2009-2014 ήταν «πραγματικά εντυπωσιακή». Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν μεγαλύτερη από κάθε άλλου κράτους-μέλους στην Ε.Ε. Συγκεκριμένα, μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια, ένα πρωτογενές έλλειμμα 10,2% του ΑΕΠ μετατράπηκε σε πρωτογενές πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ. Όπως τονίζεται, «η προσαρμογή αυτή ήταν εντόνως προκυκλική, καθώς τα πρωτογενή ελλείμματα εκμηδενίστηκαν σε μια εντόνως καθοδική πορεία του οικονομικού κύκλου», με αποτέλεσμα η δημοσιονομική προσαρμογή επί της ουσίας να είναι ακόμη μεγαλύτερη (16,2%) – κατά πολύ υψηλότερη της προσαρμογής όλων των άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. το διάστημα αυτό.






 Το 2013, για πρώτη φορά μετά το 1948, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν πλεονασματικό. Συγκεκριμένα, παρουσίασε πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ, όταν το 2008 βρισκόταν στο «δυσθεώρητο» 14,5% του ΑΕΠ.




 Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας & Ανάπτυξης κατέταξε την Ελλάδα πρώτη ως προς τον βαθμό υλοποίησης μεταρρυθμίσεων για την περίοδο 2007-2014. Οι έλληνες οικονομολόγοι υπογραμμίζουν στην έκθεση της «ΔιαΝΕΟσις» ότι «αν το διάστημα παρατήρησης ήταν η περίοδος 2010-2014, η απόσταση της Ελλάδας από τις υπόλοιπες χώρες κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη», δεδομένου ότι «κατά τα τρία χρόνια του υπό εξέταση διαστήματος (2007-2009) έγιναν ελάχιστες μεταρρυθμίσεις». Δεν παραλείπουν, βέβαια, να υπενθυμίσουν ότι «η Ελλάδα ξεκινούσε από πολύ χαμηλά και, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, από άποψη επιπέδου βρίσκεται ακόμη μεταξύ των λιγότερο “μεταρρυθμισμένων” χωρών της Ε.Ε.», καθώς και ότι «οι περισσότερες μεταρρυθμίσεις» που έγιναν «έγιναν στην αγορά εργασίας και όχι στην αγορά προϊόντος».





Αρνητικές πρωτιές

 Το 2012, η Ελλάδα ήταν, μακράν, η χώρα με την υψηλότερη συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ. 17,7% του ΑΕΠ, σχεδόν 5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από αυτήν του μέσου όρου της Ε.Ε. (12,8%).




 Το μερίδιο της αυτοαπασχόλησης στη συνολική απασχόληση (30%) ήταν και παραμένει μακράν το υψηλότερο στην Ε.Ε. και διπλάσιο του κοινοτικού μέσου όρου (14%). Όπως σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, «αντίθετα με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η αυτοαπασχόληση στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και εκτός του αγροτικού τομέα», εκτιμώντας ότι αυτό «είναι απόρροια του μικρού μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων, το οποίο δεν τους επιτρέπει να εκμεταλλευτούν οικονομίες κλίμακας και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους».




 Παρά τη σημαντική μείωση των ρυθμίσεων στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών κατά την τελευταία πενταετία, η Ελλάδα παραμένει η χώρα με την πλέον “κλειστή” αγορά προϊόντος, αλλά και το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης.




 Η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες της Ε.Ε. που δεν έχουν ακόμα θεσμοθετήσει κάποια μορφή Ελαχίστου Εγγυημένου Εισοδήματος.


Προτάσεις

Η έκθεση της «ΔιαΝΕΟσις» μπορεί κατά βάση να ακτινογραφεί την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις αλλαγές των τελευταίων ετών, αλλά δεν μένει σε ευχολόγια. Συγκεκριμένα, προτείνονται μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις σε τρεις τομείς: (α) δημόσιο τομέα και ηλεκτρονική διακυβέρνηση, (β) αγορές προϊόντος και κεφαλαίου, (γ) ανθρώπινους πόρους και κοινωνική προστασία.

Μεταξύ άλλων πολλών, στα αμιγώς οικονομικά, εντοπίσαμε την πρόταση για «θέσπιση μιας ενιαίας φορολογικής κλίμακας για κάθε είδους εισοδήματα (με χαμηλότερους, ωστόσο, φορολογικούς συντελεστές)», και την «υιοθέτηση ενός μοναδικού συντελεστή ΦΠΑ για όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες».

Η χρηματοδότηση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος εκτιμάται ότι «μπορεί να προέλθει κυρίως από τον εξορθολογισμό των ποικίλων φοροαπαλλαγών (που παρέχονται συχνά με όχι εντελώς ξεκάθαρα κριτήρια), τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και την αναδιανομή πόρων από άλλες πολιτικές που επιδιώκουν παρόμοιους στόχους (π.χ. ΕΚΑΣ)».


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οικονομική Επιθεώρηση» τον Αύγουστο του 2016: